Μικρές Ιστορίες

Capture

Στη γειτονιά μου υπήρχε ο Στέφανος. Τον θυμάμαι σαν θρύλο, σαν ιστορία περιοδικού. Οριακά θα μπορούσες να τον πεις και φανταστικό χαρακτήρα βιβλίου. Όταν πήγαινα γυμνάσιο ο Στέφανος ήταν είκοσι χρονών. Ερχόταν συχνά βόλτες έξω απ’ το σχολείο για να περάσει την μέρα του. Κανείς δεν ήξερε τι δουλειά έκανε. Ξέραμε όμως όλοι μας που έμενε. Είχε ένα ημιυπόγειο στο λόφο της περιοχής, όπου έκανε συγκεντρώσεις κάθε βράδυ. Υπήρχαν άπειρες ιστορίες για τις προμήθειες που είχε σε διαφόρων ειδών ναρκωτικά. Κοκαΐνη, χάπια, τρυπάκια και ηρωίνη κάποιες φορές. Ο Στέφανος ήταν το πρόσωπο των παιδικών μας χρόνων. Είτε είχαμε είτε δεν είχαμε πάει σπίτι του, γνωρίζαμε το έργο του απ’ τις εκατοντάδες διηγήσεις συμμαθητών και μη. Φανταστείτε, πως η τελευταία μέρα των πανελληνίων, έβρισκε εθιμοτυπικά στρατιές παιδιών να παρελαύνουν μέχρι τις πρωινές ώρες απ’ το σαλόνι του.

Δεκαπέντε χρόνια μετά, έφτασα τα είκοσι οκτώ χρόνια ζωής. Συνέχισα να μένω στην ίδια γειτονιά, αλλά σταμάτησα ν’ ακούω τέτοιου είδους ιστορίες, διότι ο κύκλος μου είχε αλλάξει εντελώς. Δούλευα σε μια ναυτιλιακή εταιρεία, συγκατοικούσα με την κοπέλα μου και είχα αλλάξει τα στέκια μου.

Ένα πρωί, στο φούρνο που αγόραζα ψωμί, υπήρχε αναστάτωση. Άκουσα τις συζητήσεις και κατάλαβα πως βρέθηκε νεκρό ένα παιδί δεκαέξι ετών από υπερβολική δόση στο σπίτι του Στέφανου.

Μόλις γύρισα σαστισμένος σπίτι, κοίταξα τον καθρέφτη και μουρμούρησα στο αποσβολωμένο είδωλό μου:

«Εσύ, Τι ποσοστό ευθύνης έχεις γ’ αυτόν τον Θάνατο;»